«Γέροντα μίλιε μας ν’ ακούσουμε ένα λόγο από το Άγιο στόμα σου σύντροφο να τον πάρουμε μαζί με την ευχή σου και πρόγραμμα να γράψουμε τη φήμη τη δική σου». Τα παραπάνω λόγια της εποχής 1899-1903 που τα απεύθυναν οι σύγχρονοι του στον Αρχιμανδρίτη Παρθενίου Περίδη στο ηλιοβασίλεμα της επίγειας ζωής του μας δείχνουν την ξεχωριστή θέση που κατείχε στις καρδιές των Κρητικών της εποχής του και μας προδιαθέτουν για την προσωπικότητα του Αγωνιστή του Εθναποστόλου, του πρωτοπόρου, του πρωταγωνιστή και του μεγάλου Διδασκάλου της νεωτέρας Κρήτης. Σε αυτό το κειμενάκι θα προσπαθήσουμε να δούμε τον Παρθένιο Περίδη ως αγωνιστή στις επαναστάσεις που έγιναν κατά τον 19ο αιώνα στο νησί της Κρήτης για την απελευθέρωση του νησιού από τον Τουρκικό ζυγό. Ο Ιωάννης Αναστασάκης στο έργο του Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας τον χαρακτηρίζει «..... Ήτο ο μέγας μύστης της Επαναστάσεως του 1866 ήτο η εικών και το ίνδαλμα των Κισσαμιτών και εν γένει των Επαναστατών όλου του Νομού. Υπήρξε Πρόεδρος της Επαναστατικής Συνελεύσεως 1866. Συνετός, μετρημένος, σώφρων και όχι οιηματίας η φαντασμένος. Πολλάκις συνεβίβαζε διαμαχομένους παράγοντας της επαναστάσεως, δικαίως τιμώμενος και σεβόμενος υφ’ όλων. ....». Η δράση του Παρθενίου ως αγωνιστής ξεκινάει από τον Φεβρουάριο του έτους 1866. Ο Γυμνασιάρχης Λυκούργος Βιδαλάκης αναφέρει «... Όταν εξερράγη η επανάσταση του 1866 ο Παρθένιος Περίδης ήταν 56 χρόνων (ηλικία αρκετά μεγάλη σύμφωνα με τον μέσο όρο ζωής της εποχής εκείνης) μα η ακατάβλητη ψυχική αντοχή και η γρανιτένια του θέληση και απόφαση ν’ αγωνισθεί μέχρι και την τελευταία του πνοή για την πατρίδα, τούδιναν δύναμη να αντιπαλαίη ακούραστος και ακατάβλητος σ’ όλες τις περιπέτειες και ταλαιπωρείες του τριετούς εκείνου αγώνα. Όλοι γνώρισαν και κάποια διακοπή και ανάπαυση κατά την διάρκεια της επαναστάσεως, μονάχα ο Περίδης δεν δοκίμασε διακοπές και ανάπαυση. Βρισκόταν συνέχεια στις επάλξεις του αγώνα. Επαγρυπνούσε, παρακολουθούσε και τις ελάχιστες λεπτομέρειες, καθοδηγούσε και εργαζόταν για την επικράτησή τους. Παρουσίασε οργανωτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές αρετές, που αν εισακουόταν πάντοτε, πιθανότατα το δράμα της Κρήτης να είχε λήξει από τότε». Κατά τις 20 του Φλεβάρη του 1866 ο Παρθένιος Περίδης έδωσε το πρώτο σύνθημα για την εξέγερση. Προσκάλεσε μυστικά τους οπλαρχηγούς της Κισάμου και του Σελίνου και άλλους προύχοντες στο μοναστήρι της Γωνίας για σύσκεψη. Πήγαν στο Παλαιό Καθολικό που βρίσκεται 300 περίπου μέτρα δυτικά από τη μονή λίγο ψηλότερα μέσα στην χαράδρα. Εκεί τους ανακοίνωσε το μυστικό για την απόφαση κήρυξεως της επαναστάσεως και μπροστά στον Ηγούμενο Παρθένιο Φρυδάκη στον συναδελφό του Παρθένιο Κελαϊδή και τον παπά του χωρίου Ροδωπού Πολυχρόνη Πολυχρονίδη ορκίστηκαν πως θα αγωνιστούν όλοι για την απελευθέρωση της Κρήτης. Στην Ιστορία του Αναστασάκη διαβάζουμε: «...προέβησαν εις ένορκον επί του Ιερού Ευαγγελίου διαβεβαίωσιν (ότι θα συνεχίσωσι τον Ιερόν Αγώνα και εν αποτυχία ικανών βελτιώσεων Διοικητικών, θα φθάσωσι μέχρι της Ενώσεως, κηρύττοντες αυτήν μετά της μητρός Ελλάδος, και ότι πάντες θα πειθαρχώσιν εις την Αντιπροσωπείαν των Επαρχιών» Πεντήκοντα εν όλω οι συνελθόντες και ορκισθέντες, την επαύριον είχον απέλθει λάθρα (κρυφά, με προφυλάξεις) εις τα ίδια επιστρέψαντες. Στις 16 του Απριλίου συγκαλεί ο Παρθένιος 40 πρόκριτους και καπεταναίους από το νομό Χανίων στο οροπέδιο του Ομαλού Χανίων και όλοι μαζί μετά από λίγες μέρες κατεβαίνουν στο χωριό Μεσκλά και στις 24 Απριλίου στα Μπουτσουνάρια. Εδώ έχουν συγκεντρωθεί περίπου 5000 Χριστιανοί αντιπρόσωποι από όλα τα διαμερίσματα της Κρήτης με πρόσχημα να συντάξουν και να υποβάλλουν υπόμνημα παράπονων στην Τουρκική διοίκηση για τον τρόπο διοικήσεως, ενώ στα κρυφά προπαρασκευάζονται για την κήρυξη της Επανάστασης. Γράφει ο Παρθένιος Περίδης στο ημερολόγιο του: «Εκάστην εσπέραν εψάλλετο ο παρακλητικός κανών της Θεοτόκου υπό του Παρθενίου Περίδου και Παρθενίου Κελαϊδή, ο δε λαός ίστατο και ηκροάτο μετά προσοχής και αγνής Θρησκευτικής ευλαβίας την κατανυκτικήν ταύτην χριστιανικήν δέησιν. Μετά την παράκλησιν ο Παρθένιος Περίδης ανήρχετο επί μικρού υψώματος και δια παραινετικών λόγων προέτρεπε τους συναθροιζομένους εις ομόνοιαν αγάπην και ησυχίαν, εξέθετεν δε τον σκοπόν της συναθροίσεως και έδιδε πολλάς άλλας νουθεσίας, αίτινες συνετέλεσαν τα μέγιστα εις το να τηρηθή άκρα τάξις και ησυχία μέσα εις τόσας χιλιάδας ανθρώπων....». Ο Παρθένιος Περίδης με πειστικότητα και με επιχειρήματα πείθει ενενήνταοκτώ συνέδρους, ύστερα από ολονύχτιο οκτάωρο σύσκεψη στο ελαιοτρειβίο του μετοχιού της μονής Χρυσοπηγής Αγία Κυριακή και υπογράφουν έγγραφο καθαρά επαναστατικού περιεχομένου. Στις 25 Μαίου 1866 αποστέλλουν διαμαρτυρία προς τον Σουλτάνο, διαλύονται ενώ καταρτίζεται 15μελής επιτροπή με πρόεδρο τον Περίδη για να περιμένη την απάντηση από τον Σουλτάνο και ταυτόχρονα αποστέλλει υπόμνημα προς τις μεγάλες δυνάμεις δια του οποίου εζητείτο η απαλλαγή της Κρήτης από τον Τουρκικό ζυγό. Στις 20 Ιουλίου 1866 έφθασε η αρνητική απάντηση του Σουλτάνου και στις 21 Αυγούστου σε συνέλευση στα Ασκύφου κηρύσσεται επίσημα η κατάργηση της Τούρκικης κυριαρχίας και αποφασίζεται η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ο Τούρκος διοικητής της Κρήτης Ισμαήλ Πασάς στις προσπάθειες που κατέβαλε να καταστείλει την επανάσταση εν τη γενέσει της εκάλεσε τον επίσκοπο Κισσάμου Γεράσιμον Στρατηγάκη ως και το ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής Γωνιάς και τους είπε: « επειδή γύρου- γύρου εις το μοναστήρι σας γίνονται πολλά κονσούλτα και έχετε και τσί δύο καλογέρους Κελαϊδή και Περίδη τσί πρώτους οργανωτάδες να τσί αποκηρύξατε και να φύγουν από την επιτροπήν των να μην πάθη κακά μεγάλα και το μοναστήρι». Ο επίσκοπος και το Ηγουμενοσυμβούλιο απέφυγον ως ήτο επόμενον να συμμορφοθώσιν. Παρομοιώδης έχει μείνει η στιχομύθια ενός από τους απεσταλμένους των τούρκων του Μπαντρή Αγά που μετέφεραν την αρνητική απάντηση του Σουλτάνου στο υπόμνημα των Χριστιανών της Κρήτης και την επίσης αρνητική απάντηση που έδωσε ο Παρθένιος εξ ονόματος της Κρήτης στην εντολή του Σουλτάνου να διαλυθούν. Ο Ιωάννης Αναστασάκης που άκουσε από τον ίδιο τον Περίδη την διήγηση αναφέρει στην Ιστορία του. «Ο Περίδης λοιπόν τότε, ενώ ανέπτυσσε εις τον Μπαντρήν τας ωφέλειας, ας θα είχον οι Τούρκοι εκ της ευνοϊκής λύσεως των ζητημάτων διότι είχον αρκετά κτήματα και περιουσίας μεγάλας, λαμβάνει την απάντησιν: (Παρθένιε, Παρθένιε, η Κρήτη έχει αίμα κουζουλό - είναι τρελλή- και πρέπει να σπάση το κεφάλι της να χυθή κάμποσο για να ησυχάση). Ο αγαθός πατριώτης, λίαν ευλόγως του απήντησεν (Εύχομαι να είναι το πρώτο που θα σπάση το κεφάλι σου». Πράγματι στις 25 Αυγούστου 1866 στην μάχη που έγινε στις Βρύσες Αποκορώνου επαληθεύτηκε η πρόβλεψη του Παρθένιου Περίδη. Στην πολύωρη και πεισματώδη μάχη ο πατέρας του μελλοντικού Επισκόπου Κισσάμου Δωρόθεου Κλωναράκη σκότωσε σε μια άψιμαχία τον Μπαντρή Αγά που επικεφαλής 1500 Τούρκων βάδιζε κατά των επαναστατών. Ο Παρθένιος Περίδης με την έναρξη του Αγώνα κινείται δραστήρια και αδιάκοπα κατά τα 3 έτη του αγώνα. Σχηματίζει επιτροπές στα διάφορα διαμερίσματα της Κρήτης, ιδρύει επιμελητείες τροφοδοσίας, στρατόπεδα και διώρισε προσωρινή κυβέρνηση. Αγόγυστα υπόφερε όλες τις κακουχίες, τις στερήσεις, τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους. Ενεψύχωνε τους αγωνιστές και ενεθάρρυνε τον λαό με ομιλίες, παραινέσεις και με αλλεπάλληλες εγκυκλίους. Κρατούσε το αρχείο, συνέτασσε τις αναφορές και γενικά ήταν η ψυχή της Επαναστάσεως. Έδινε οδηγίες και κατευθύνσεις και παρακολουθούσε άγρυπνα την διεξαγωγή του πολέμου. Λαμβάνει μέρος και σε πολλές μάχες. Στην μάχη που γίνεται στον Βαφέ Αποκορώνου στις 11 Οκτωβρίου 1866 λίγο έλλειψε να πιαστεί από τους Τούρκους γιατί παρέμεινε στις πρώτες γραμμές μέχρι την τελευταία στιγμή. «.....Παρ’ ολίγον να ηχμαλωτίζετο τότε και ο πρόεδρος της Επαναστατικής συνελεύσεως Παρθένιος Περίδης όστις ηγωνίζετο ως απλός ένοπλος, ζητών να σώσει Αξιωματικόν μη αντιληφθέντα την άφιξην των Τούρκων. Ο Παρθένιος εν τη στιγμή του κινδύνου, ιδών αφηνιάσαντα ημίομον τρέχοντα και φέροντα τας αποσκευάς και αλληλογραφίας του Ζυμβρακάκη προσεπάθησε να σώσει το πολύτιμον φορτίον αλλά δεν το κατόρθωσε περιπεσσόν τούτο εις χείρας των εχθρών, οίτινες στρέψαντες την προσοχήν των εις την σύλληψιν του ζώου αφήκαν να διασωθεί ο κύριος πυρήν της Επαναστάσεως.» Μετά την άτυχη για τους Έλληνες μάχη του Βάφε ο στρατηγός Ζυμβρακάκης πανικόβλητος φοβούμενος μήπως τα πυρομαχικά των Επαναστατών που βρισκόταν στην εκκλησία του χωριού Ασκύφου Σφακίων, πέσουν στα χέρια του Τούρκικου στρατού έδωσε εντολή να καταστραφούν. Ευτυχώς ο ψύχραιμος και νηφάλιος Παρθένιος Περίδης έπεισε τον επιφορτισμένο για την καταστροφή των πυρομαχικών αξιωματικό να μην εκτελέσει την διαταγή και να γλυτώσει το πολύτιμο για την περίσταση πολεμικό υλικό. Η δε λαϊκή μούσα της εποχής μας λέει για την πολεμική δράση του Παρθενίου: «Ο ίδιος ο Παρθένιος ήτανε καπετάνιος όπου εβρόντα κι’ άστραφτε στα άρματά του επάνω». Και σε άλλο σημείο τραγουδεί: «Γέροντα πάρε το σταυρό και βάλε τα άρματά σου φώναξε και του Κόρακα, Κριάρη και Κορκίδη και του Σκαλίδη τ' αρχηγού...» Ο πόλεμος και οι κακουχίες δεν τρόμαζαν τον Παρθένιο. Ψύχραιμα αντίκρυζε πάντα και τις πιο αντίξοες περιστάσεις. Ο ίδιος λέει στα απομνημονεύματά του: «Με ένα καύκαλο ψωμί περνούσαμε και μια βδομάδα. Με τις ψαλίδες κόβαμε τα γένεια μας για να αλαφρώσουμε από τις ψείρες». Σαν αγρίμι δρασκελούσε τα βουνά και σε σπηλιές συχνά κοιμότανε. Εκείνος ο μορφωμένος και ευφυέστατος που μπορούσε να ζή μια άνετη και ήσυχη ζωή. Δύσκολα συναντούμε Περίδηδες με τόση αυταπάρνηση και αυτοθυσία.Το Δεκέμβριο του 1866 λόγω της κρισιμωτάτης και λίαν τραγικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο επαναστατικός αγώνας λόγω αλλεπάληλων επιτυχιών των Τούρκων συγκροτείται έκτακτα στο χωριό Κουστογέρακο Σελίνου Πολεμικό Συμβούλιο. «Τεθλιμένοι αλλά ψύχραιμοι, σιωπηλοί η ολιγόλογοι, αφού ανεσκόπησαν όλο το παρελθόν των Κρητικών θυσιών και τους ποταμούς των χυθέντων αιμάτων και ανεμνήσθησαν παρομοίων περιστατικών κατά τον εννεατή αγώνα του 1821, εν ενί στόματι και μία καρδία επέκροτησαν την πρότασιν του αγνού εκείνου ανδρός, και προέδρου της εθνικής Συνελεύσεως ύστερον Παρθένιου Περίδου και του συμπαραστάτου του, εκ του άλλου άκρου της Κρήτης Αρχηγού Κόρακα, ότι « ο αγών πρέπει να συνεχισθεί, ότι δεν πρέπει να πτοηθώμεν, αλλά αφού καθορίσωμεν ενός εκάστου των αρχηγών τον τόπον της δράσεως του, να φύγη ούτος όσον το δυνατόν γρηγορώτερον, να μεταβή εις την θέσιν, του ην του αναθέτει την ιεράν αυτήν στιγμήν η Πατρίς, και να δράση όπως γνωρίζη κάλλιον, δίδων νέαν ζωήν εις τον αγώνα». Κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1867 τα γεγονότα έχουν μεταβληθεί ευνοϊκά για τους Επαναστάτες Κρήτικούς. Στην Ίμβρο Σφακίων συνέρχεται η Επαναστατική επιτροπή για να εκλέξει Πρόεδρο. Για πρόεδρος προτιμήθηκε από όλους ο Ιερομόναχος της Μονής Γωνιάς Παρθένιος Περίδης επειδή εκτιμήθηκε η δράση του η σύνεσί του ο πατριωτισμός του και το παραινετικόν του χαρακτήρα του « πολλάκις διαλύσαντος διαπληκτισμούς λόγω μικροφιλοτιμιών μεταξύ των στρατιωτικών και πολιτικών παραγόντων της Επαναστάσεως. Ο Περίδης αφού ευχαρίστησε τα μέλη της Επιτροπής δια την απονεμηθείσα εις αυτόν μεγάλη τιμή από σεβασμό στον γέροντα ηρωικό αγωνιστή του σηκωμού του 1821 Αντώνη Μανουσογιαννάκη, που ήταν και πρόεδρος της Επαναστατικής συνελεύσεως του 1858, του πρότεινε να αναλάβει την προεδρία. Αλλά ο γέρο Μανουσογιάννης, αναγνωρίζοντας την αξία του Παρθενίου αρνήθηκε με επιμονή (δικαιολογηθείς ότι αδυνατεί λόγω της ηλικίας του) και έτσι έγινε ο θερμός και ενθουσιώδης Αρχιμανδρίτης πρώτος πρόεδρος της γενικής συνέλευσης.Στα δύσκολα δύο χρόνια που θα ακολουθήσουν 1867 και 1868 ο Παρθένιος άγρυπνος ακούραστος και αεικίνητος οργώνει στην κυριολεξία το νησί. Ψυχή της επαναστάσεως, οργανωτής, ανώτατος επόπτης. Επιδέξιος ρυθμιστής όλων των προβλημάτων που εδημιουργούντο κάθε στιγμή.Τον βρίσκουμε στις Μαδάρες, στον Κέδρο στον Ψηλορείτη. Μερικά από τα λημέρια του: Βατουδιάς, Στέρνα του Διακονιάρη, Κουρνάς, Αγόρι, Συκιά, Δρακώνα, Μεσκλά, Επανηχώρι, Αγία Ρουμέλη, Αράδενα, Ίμβρος, Καλλικράτης, Κάμποι Κυδωνίας, Ζούρβα, Κουστογέρακο, Φουρφουράς Αμαρίου, Κλήμα Αποκορώνου, Αργυρούπολις Ρεθύμνου, Ασή Γωνιά, Σελιά Αγίου Βασιλείου, Άγιος Ιωάννης Μυλοποτάμου, Γωνιαίς Μαλεβυζίου, Γαράζο Μυλοποτάμου, Βρύσαις Αμαρίου, Σαμαριά, Εμπρόσνερο, Σούγια. Αλληλογραφεί με τις Επιτροπές ανεφοδιασμού Αθηνών και Σύρου, συντάσσει τις εκατοντάδες εγκυκλίους της Επαναστατικής επιτροπής. Μια προσεκτική μελέτη των επιστολών καθώς και των λοιπών εγγράφων που συνέταξε μας συνοψίζουν την δράση του μεγάλου ανδρός και διαφωτίζουν αρκετά ιστορικά σημεία της επανάστασης. Μέσα από τις επιστολές φαίνεται το θάρρος της γνώμης του, και την ορθή εκτίμηση των γεγονότων της εποχής. Βλέπουμε σε αυτές τον αγνό πατριώτη, τον μορφωμένο, τον ευγενικό άνθρωπο και τον πολιτικό, τον στρατιωτικό, τον μαχητή και τον αληθινό λαϊκό αγωνιστή. Ο Ιστορικός Ιωάννης Μουρέλος χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψεώς του ψύχραιμο χαρισματικό και πατριωτικό. Όμως στο τέλος του 1868 η επανάσταση μετά από τριετή άνισο αγώνα με τον υπέρτερο και καλύτερα εξοπλισμένο Τουρκικό στρατό ψυχοραγεί. Πολλοί φεύγουν προς την ελεύθερη Ελλάδα προκειμένουν να αποφύγουν τους Εξευτελισμούς και τα βασανιστήρια του αιχμαλώτου. Μπορούσε και ο Παρθένιος εύκολα να ξεφύγει. Δεν το κάνει όμως. Θέλει να ακολουθήσει την τύχη αυτών που υποχρεωτικά θα παραδοθούν λόγω του ότι οι οικογένειες των είναι όμηροι στα χέρια των τούρκων. Στα αυτιά του ηχούν τα λόγια του Χριστού: « Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησι υπέρ των προβάτων» Παραδίνεται μαζί με 250 περίπου συναγωνιστές του στους Τούρκους. «Όλοι οι ανωτέρω, περί τους 250, (μαζί και ο Παρθένιος) οδηγήθησαν δι’ Αλικιανού εις Χανιά ρακένδυτοι, σχεδόν ανυπόδυτοι, και πεινασμένοι, εν μέσω μυκτηρισμών, γιουχαϊσμών, φωνών και αποδοκιμασιών του Τούρκικου και Ισραηλιτικού όχλου. Εν Χανίοις περιήχθησαν ανά τους δρόμους Κάτωλα και Σπλάντζια προς εξευτελισμόν των και παροχήν διασκεδαστικού θεάματος και ευχαριστήσεως εις τον Τουρκικόν όχλον και κατόπιν τους μεν απλούς στρατιώτας απέλυσεν η τουρκική εξουσία αμέσως, τους δε αρχηγούς εκράτησεν εις τας φυλακάς επί περισσότερας ημέρας απολύσασα και αυτούς ύστερον...». Ο Παρθένιος Περίδης μετά την καταστολή της Επαναστάσεως του 1866 και την έξοδό του από τις φυλακές των Χανίων δεν έφυγε από την Κρήτη, αλλά πήγε και εγκαταστάθηκε στην Μονή της Μετανοίας του την Μονή Γωνιάς. Οι Τούρκοι συνέχεια τον επιτηρούσαν και πολύ συχνά τον υποχρέωναν να μην απομακρύνεται από το μοναστήρι. Είχαν εγκαταστήσει φρουρά που τον φύλαγε και τον παρακολουθούσε σε κάθε του βήμα. Ήξεραν πως ήταν αδύνατον να διακόψει τις αντιτουρκικές του ενέργειες. Μα ο Παρθένιος εύρισκε τον τρόπο να επικοινωνεί με τους φίλους του μέσα από τα μάτια των τούρκων και παρ’ όλη την επιτήρηση και τον περιορισμό που του είχαν. Εχρησιμοποιούσε τον έμπιστό του καλόγερο της μονής Συμεών. Από το παράθυρο του κελλιού του προς το πίσω μέρος της Μονής κατέβαζε με σπάγγο τις επιστολές του, τις οποίες έπαιρνε την νύχτα ο Συμεών και κρυφά τις πήγαινε στον προορισμό τους. Ο ίδιος του έφερνε πληροφορίες και τον κατατόπιζε σε όλα τα ζητήματα. Η ιδέα να διωχθεί ο Τούρκος από την Κρήτη με κάθε θυσία του είχε γίνει βίωμα και μοναδικός σκοπός της ζωής του. Δεν παρέλειπε ευκαιρία χωρίς να εκδηλώσει τα όνειρα και τους πόθους του. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ζήτησε την άδεια να παρακολουθήσει την κηδεία του φίλου του και συμπολεμιστή του Τζιγκριτζή του επιλεγόμενου Γραμπουσιανού. Ο Παρθένιος βρήκε την ευκαιρία και στον επικήδειο λόγο να καταφερθεί με πύρινο λόγο κατά του τυράννου και να διακηρύξη πώς έχουν όλοι οι Κρήτες απόφαση να απαλλαγούν το συντομώτερο από αυτόν. Οι Τούρκοι που τον παρακολουθούν βρίσκουν την ομιλία ως αφορμή να απαλλαγούν οριστικά από ένα μεγάλο εφιάλτη και πολύ επικίνδυνο εχθρό. Οι Τούρκοι αμέσως μετά την εκφώνηση του επικηδείου λόγου κατά τον θάνατο του Τζιγκριτζή, συλλαμβάνουν τον Παρθένιο και τον ρίχνουν στις φυλακές. Παίρνουν και από την Γωνιά, όπου το φύλαγε, ολόκληρο το πολύτιμο ιστορικό αρχείο του και το κατακαίουν στα Χανιά, στην πλατεία του Συντριβανιού. Και αρχίζει νέα περιπέτεια του Περίδη, λίγους μήνες μετά την κάθοδό του από τα βουνά, προτού ακόμα τελειώσει το έτος 1869. Οι Τούρκοι αποφασίζουν να τον κρατήσουν οριστικά στις φυλακές μέχρι του θανάτου του. Από τα Χανιά τον στέλνουν αλυσσοδεμένο στην Κωνσταντινούπολη, και από εκεί στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας και στην συνέχεια στην Τραπεζούντα του Πόντου. Στην Τραπεζούντα επρόκειτο να κρατηθεί στις φυλακές ισόβια. Ο Παρθένιος όμως δεν απελπίζεται. Μένει φυλακισμένος τρία ολόκληρα χρόνια. Οι κακουχίες της φυλακής δεν τον λυγίζουν. Η σκέψη του ήταν πως θα μπορέσει να δραπετεύσει. Στην Τραπεζούντα κατοικούσαν πολλοί φιλοπάτριδες Έλληνες. Τον Παρθένιο επισκεπτόταν πολλοί και του έδιναν κουράγιο και βοήθεια. Καταστρώνει το σχεδιό του και το θέτει σε ενέργεια. Συνεννοείται με Έλληνα γιατρό και προφασίζεται τον άρρωστο. Σε λίγες μέρες «πεθαίνει». Η Ελληνική παροικία συγκεντρώνεται έξω από τις φυλακές για να συνοδέψει τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία. Φέρνουν και φέρετρο που είχε από κάτω ανοίγματα για να αναπνέει ο πεθαμένος.... Σκεπάζουν και το φέρετρο με τον « Αέρα» για να πιστοποιήται πως ο προκείμενος νεκρός ήταν ο φυλακισμένος χριστιανός παπάς. Σκηνοθετούν σωστή κηδεία. Τον μεταφέρουν στο Ελληνικό κοιμητήριο, αλλά την νύχτα τον παίρνουν και τον αποκρύπτουν. Ύστερα από λίγο καιρό πέτυχαν να τον φυγαδέψουν εις την Αθήνα. Βρήκαν ευκαιρία να τον παραδώσουν σε μια ομάδα Ιταλών που έφευγε από την Τραπεζούντα και να τον δηλώσουν ότι είναι μέλος της συντροφίας των. Έτσι γλύτωσε από τα νύχια των Τούρκων και ξαναβρέθηκε στην Ελεύθερη Ελλάδα για να συνεχίσει το έργο του. Και η λαϊκή μούσα αποθανάτισε την περιπέτεια αυτή του Παρθενίου με τους στίχους: «Ακούστε τσ’ εξυπνάδες του και τσοί παληκαριές του» «άλλος κιανείς δεν ήξερε τσί τέχνες τσοί δικές του» «Έκαμε πως αρρώστησε και τον γιατρό γυρεύει» «κι’ εκείνος ήταν φίλος του και γιατρικά του φέρνει. «Έκαμε πως απόθανε στο μνήμα τόνε βάλαν «και τα μεσάνυχτα φύγει και ήρθε στην Ελλάδα». Μετά την επάνοδο του Περίδη στην Αθήνα το έτος 1871 μετά την τριετή φυλάκισή του και εξορία συνεχίζει την δραστηριότητά του με αμείωτη ένταση. Βέβαια για επιστροφή στην Κρήτη δεν μπορεί να γίνει λόγος γιατί είναι καταζητούμενος από τους Τούρκους. Προεδρεύει του φιλοεκπαιδευτικού Συλλόγου των Κρητών της Αθήνας « Η Ανναγένησις» και βοηθάει έμμεσα την εκπαίδευση του υπόδουλου νησιού με αποστολές βιβλίων και άλλου εκπαιδευτικού υλικού. Συμμετέχει σε επιτροπές που φροντίζουν και παρασκευάζουν νέες εξεγέρσεις της Κρήτης. εκπαιδευτικού υλικού. Συμμετέχει σε επιτροπές που φροντίζουν και παρασκευάζουν νέες εξεγέρσεις της Κρήτης. Συστήνει μαζί με άλλους Κρητικούς το έτος 1876 σωματείο με την ονομασία «Εθνικόν Κέντρον» που σαν σκοπό έχει (την ενέργεια και προπαρασκευήν των απαιτουμένων εφοδίων προς νέαν επανάστασιν της Κρήτης προς συνέχισιν της διακοπείσης, ως έλεγον εκείνης του 1866). (Ενισχύει σπουδαστές από την Κρήτη και φροντίζει για τα ορφανά και τους πρόσφυγες που είχαν φύγει από την Κρήτη κατά την διάρκεια του μεγάλου ξεσηκωμού του 1866-1869 και διέμεναν στην Αθήνα. Διενεργεί εράνους και εκθέτει τα δίκαια αιτήματα του Κρητικού λαού στην Ελληνική κυβέρνηση και στις μεγάλες δυνάμεις. Διαμαρτύρεται για τις καταπιέσεις των Τούρκων και παροτρύνει τους Κρητικούς να ριφθούν σε νέους αγώνες μέχρις ότου μπορέσουν να ελευθερώσουν την Πατρίδα τους από τον Τούρκικο ζυγό). Και φθάνουμε στην επανάσταση του έτους 1878. «Ο Παρθένιος Περίδης καίτοι γέρων, ήτο πάλιν αεικίνητος εις Αθήνας συνεργαζόμενος μετά του Νικ. Δεικτάκη, Στ. Ψαρουδάκη, Διομήδη Φανδρίδη, Ρενιέρη, Καρτσώνη, Σκαλίδου, Νικολούδη και άλλων, εις την προετοιμασίαν και διοργάνωσιν ενόπλων αποστολών μετ’ εφοδίων, και ασφαλή διακίνησιν προς τα διάφορα παράλια της Κρήτης, και ιδιαιτέρως της επαρχίας Κισσάμου, υπέρ ης τοσούτον δια τον εξοπλισμόν της εφρόντιζεν.» (Για μικρό χρονικό διάστημα κατά την επανάσταση του 1878 κατεβαίνει στην Κρήτη και ενισχύει ηθικά την νέα εξέγερση του Κρητικού λαού). Τα χρόνια περνούν και στα επαναστατικά γεγονότα των ετών 1896-1898 που οδήγησαν πρώτα στην ανεξαρτησία του νησιού (1898-1913) και κατόπιν στην πολυπόθητη ένωση της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα δεν θα μπορούσε να λείψει ο Παρθένιος παρόλο που η ηλικία του είναι πλέον 86 ετών. Βέβαια δεν μπορεί να τρέχει για τις ανάγκες του αγώνα αλλά μέσα από την πλούσια αλληλογραφία που διατηρεί με τα μέλη της Γενικής επαναστατικής συνελεύσεως των Κρητών με την πολύτιμη πείρα που έχει αποκτήσει αναλύει την πολιτική κατάσταση που υπάρχει στην οθωμανική αυτοκρατορία τις προθέσεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκείνης για το Κρητικό ζήτημα, τους τρόπους που πρέπει να ξεσηκωθεί η Ελληνική αλλά και η διεθνής κοινή γνώμη για την ευνοϊκή λύση του Κρητικού ζητήματος, την τακτική που πρέπει να κρατούν οι επαναστάτες στο στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, χωρίς όμως να λείπουν και οι ενθαρυντικές νουθεσίες καθώς και οι πατρικές συμβουλές. Τον Σεπτέμβριο του 1896 το προεδρείο της Γενικής επαναστατικής συνελεύσεως των Κρητών του απεύθυνε ψήφισμα με το οποίο «....λαβούσα υπ’ όψιν τα φιλοπάτριδα αισθήματα και τους κόπους ους κατεβάλετε, προς δε την ωφέλιμον αλληλογραφίαν ην ετηρήσατε προς τα μέλη της Κεντρικής επιτροπής της Μεταπολιτεύσεως Κρήτης καθ’ όλον τον λήξαντα αγώνα (1896).........απεφήνατο ίνα εκφρασθή υμίν ιδιαιτέρως επί τούτοις η ευγνωμοσύνη του Κρητικού λαού.......Σας συγχαίρομεν δια τα υπέρ της πατρίδος αείποτε επιδεικνυόμενα γενναία υμών αισθήματα...κ.τ.λ.). Το Ελληνικό κράτος αναγνωρίζοντας τους αγώνες του τον παρασημοφορεί και του χορηγεί μηνιαίο βοήθημα ενενήντα δραχμών για την ενίσχυσή του λόγω της μεγάλης του ηλικίας. Είναι αξιοσημείωτη η ακτημοσύνη του Παρθένιου ο οποίος όπως ο ίδιος έλεγε στους φίλους του στο τέλος της επίγειας ζωής του « Αν κρατούσα μονάχα ψυχία από όσα πέρασαν από τα χέρια μου θάχα να τρώγω με χρυσά κουτάλια, μα ποτέ δεν καταδέχθηκα να κρατήσω ούτε ένα λεπτό». Επιβεβαίωση αυτών των λόγων του ήταν ότι μετά από τον θάνατό του που έγινε η απογραφή της περιουσίας του τα περιουσιακά στοιχεία που του βρέθηκαν ήταν όλα όλα, τα ρούχα του, το μπαστούνι του, ένα τάληρο και μερικά ψιλά. Επίσης παράσημο του απένειμε και το Πατριαρχείο της Αλεξανδρείας.
1) Βλ. σχετ. Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 96
3) Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας σελ 98 και εξής.
4) Ιωάννου Μουρέλου (Η Ιστορία της Κρήτης τόμος 2ος σελ 1028) Ηράκλειο 1950
5) Μιχαήλ Αναστασάκη ( Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 104
6) Βλ. σχετ. (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ.105 και 107. Επίσης για το περιστατικό αυτό βλ. σχετ. Ιωάννου Μουρέλου (Η Ιστορία της Κρήτης τόμος 2ος σελ 1048 και 1069) Ηράκλειο 1950
7) Βλ. σχετ. (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 115
8) Βλ. σχετ. (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 117
9) Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος ο Κρής σελ 26) Αθήνα 1970
10) Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος ο Κρής σελ . 26-27) Αθήνα 1970
11) Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 130
12) Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επι Τουρκοκρατίας) σελ 135
13) Ιωάννου Μουρέλου (Ιστορία της Κρήτης σελ 1233) ηράκλειο 1950 επίσης Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 135
14) Ιωάννου Μουρέλου (Ιστορία της Κρήτης σελ 1224) Ηράκλειο 1950
15) Ιωάννης κεφ 10 στιχ 11
16) Ιωάννη Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 217
17) Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος Περίδης ο Κρής) Αθήνα 1970
18) Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 226
ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΠΕΡΙΔΗΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ - ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΩΝΙΑΣ - ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ 1866-1869
ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΠΕΡΙΔΗΣ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ (1810-1903)
«Γέροντα μίλιε μας ν’ ακούσουμε ένα λόγο από το Άγιο στόμα σου σύντροφο να τον πάρουμε μαζί με την ευχή σου και πρόγραμμα να γράψουμε τη φήμη τη δική σου».
Τα παραπάνω λόγια της εποχής 1899-1903 που τα απεύθυναν οι σύγχρονοι του στον Αρχιμανδρίτη Παρθενίου Περίδη στο ηλιοβασίλεμα της επίγειας ζωής του μας δείχνουν την ξεχωριστή θέση που κατείχε στις καρδιές των Κρητικών της εποχής του και μας προδιαθέτουν για την προσωπικότητα του Αγωνιστή του Εθναποστόλου, του πρωτοπόρου, του πρωταγωνιστή και του μεγάλου Διδασκάλου της νεωτέρας Κρήτης.
Σε αυτό το κειμενάκι θα προσπαθήσουμε να δούμε τον Παρθένιο Περίδη ως αγωνιστή στις επαναστάσεις που έγιναν κατά τον 19ο αιώνα στο νησί της Κρήτης για την απελευθέρωση του νησιού από τον Τουρκικό ζυγό. Ο Ιωάννης Αναστασάκης στο έργο του Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας τον χαρακτηρίζει «..... Ήτο ο μέγας μύστης της Επαναστάσεως του 1866 ήτο η εικών και το ίνδαλμα των Κισσαμιτών και εν γένει των Επαναστατών όλου του Νομού. Υπήρξε Πρόεδρος της Επαναστατικής Συνελεύσεως 1866. Συνετός, μετρημένος, σώφρων και όχι οιηματίας η φαντασμένος. Πολλάκις συνεβίβαζε διαμαχομένους παράγοντας της επαναστάσεως, δικαίως τιμώμενος και σεβόμενος υφ’ όλων. ....». Η δράση του Παρθενίου ως αγωνιστής ξεκινάει από τον Φεβρουάριο του έτους 1866. Ο Γυμνασιάρχης Λυκούργος Βιδαλάκης αναφέρει «... Όταν εξερράγη η επανάσταση του 1866 ο Παρθένιος Περίδης ήταν 56 χρόνων (ηλικία αρκετά μεγάλη σύμφωνα με τον μέσο όρο ζωής της εποχής εκείνης) μα η ακατάβλητη ψυχική αντοχή και η γρανιτένια του θέληση και απόφαση ν’ αγωνισθεί μέχρι και την τελευταία του πνοή για την πατρίδα, τούδιναν δύναμη να αντιπαλαίη ακούραστος και ακατάβλητος σ’ όλες τις περιπέτειες και ταλαιπωρείες του τριετούς εκείνου αγώνα. Όλοι γνώρισαν και κάποια διακοπή και ανάπαυση κατά την διάρκεια της επαναστάσεως, μονάχα ο Περίδης δεν δοκίμασε διακοπές και ανάπαυση. Βρισκόταν συνέχεια στις επάλξεις του αγώνα. Επαγρυπνούσε, παρακολουθούσε και τις ελάχιστες λεπτομέρειες, καθοδηγούσε και εργαζόταν για την επικράτησή τους. Παρουσίασε οργανωτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές αρετές, που αν εισακουόταν πάντοτε, πιθανότατα το δράμα της Κρήτης να είχε λήξει από τότε».
Κατά τις 20 του Φλεβάρη του 1866 ο Παρθένιος Περίδης έδωσε το πρώτο σύνθημα για την εξέγερση. Προσκάλεσε μυστικά τους οπλαρχηγούς της Κισάμου και του Σελίνου και άλλους προύχοντες στο μοναστήρι της Γωνίας για σύσκεψη. Πήγαν στο Παλαιό Καθολικό που βρίσκεται 300 περίπου μέτρα δυτικά από τη μονή λίγο ψηλότερα μέσα στην χαράδρα. Εκεί τους ανακοίνωσε το μυστικό για την απόφαση κήρυξεως της επαναστάσεως και μπροστά στον Ηγούμενο Παρθένιο Φρυδάκη στον συναδελφό του Παρθένιο Κελαϊδή και τον παπά του χωρίου Ροδωπού Πολυχρόνη Πολυχρονίδη ορκίστηκαν πως θα αγωνιστούν όλοι για την απελευθέρωση της Κρήτης. Στην Ιστορία του Αναστασάκη διαβάζουμε: «...προέβησαν εις ένορκον επί του Ιερού Ευαγγελίου διαβεβαίωσιν (ότι θα συνεχίσωσι τον Ιερόν Αγώνα και εν αποτυχία ικανών βελτιώσεων Διοικητικών, θα φθάσωσι μέχρι της Ενώσεως, κηρύττοντες αυτήν μετά της μητρός Ελλάδος, και ότι πάντες θα πειθαρχώσιν εις την Αντιπροσωπείαν των Επαρχιών» Πεντήκοντα εν όλω οι συνελθόντες και ορκισθέντες, την επαύριον είχον απέλθει λάθρα (κρυφά, με προφυλάξεις) εις τα ίδια επιστρέψαντες.
Στις 16 του Απριλίου συγκαλεί ο Παρθένιος 40 πρόκριτους και καπεταναίους από το νομό Χανίων στο οροπέδιο του Ομαλού Χανίων και όλοι μαζί μετά από λίγες μέρες κατεβαίνουν στο χωριό Μεσκλά και στις 24 Απριλίου στα Μπουτσουνάρια. Εδώ έχουν συγκεντρωθεί περίπου 5000 Χριστιανοί αντιπρόσωποι από όλα τα διαμερίσματα της Κρήτης με πρόσχημα να συντάξουν και να υποβάλλουν υπόμνημα παράπονων στην Τουρκική διοίκηση για τον τρόπο διοικήσεως, ενώ στα κρυφά προπαρασκευάζονται για την κήρυξη της Επανάστασης. Γράφει ο Παρθένιος Περίδης στο ημερολόγιο του: «Εκάστην εσπέραν εψάλλετο ο παρακλητικός κανών της Θεοτόκου υπό του Παρθενίου Περίδου και Παρθενίου Κελαϊδή, ο δε λαός ίστατο και ηκροάτο μετά προσοχής και αγνής Θρησκευτικής ευλαβίας την κατανυκτικήν ταύτην χριστιανικήν δέησιν. Μετά την παράκλησιν ο Παρθένιος Περίδης ανήρχετο επί μικρού υψώματος και δια παραινετικών λόγων προέτρεπε τους συναθροιζομένους εις ομόνοιαν αγάπην και ησυχίαν, εξέθετεν δε τον σκοπόν της συναθροίσεως και έδιδε πολλάς άλλας νουθεσίας, αίτινες συνετέλεσαν τα μέγιστα εις το να τηρηθή άκρα τάξις και ησυχία μέσα εις τόσας χιλιάδας ανθρώπων....». Ο Παρθένιος Περίδης με πειστικότητα και με επιχειρήματα πείθει ενενήνταοκτώ συνέδρους, ύστερα από ολονύχτιο οκτάωρο σύσκεψη στο ελαιοτρειβίο του μετοχιού της μονής Χρυσοπηγής Αγία Κυριακή και υπογράφουν έγγραφο καθαρά επαναστατικού περιεχομένου. Στις 25 Μαίου 1866 αποστέλλουν διαμαρτυρία προς τον Σουλτάνο, διαλύονται ενώ καταρτίζεται 15μελής επιτροπή με πρόεδρο τον Περίδη για να περιμένη την απάντηση από τον Σουλτάνο και ταυτόχρονα αποστέλλει υπόμνημα προς τις μεγάλες δυνάμεις δια του οποίου εζητείτο η απαλλαγή της Κρήτης από τον Τουρκικό ζυγό. Στις 20 Ιουλίου 1866 έφθασε η αρνητική απάντηση του Σουλτάνου και στις 21 Αυγούστου σε συνέλευση στα Ασκύφου κηρύσσεται επίσημα η κατάργηση της Τούρκικης κυριαρχίας και αποφασίζεται η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Ο Τούρκος διοικητής της Κρήτης Ισμαήλ Πασάς στις προσπάθειες που κατέβαλε να καταστείλει την επανάσταση εν τη γενέσει της εκάλεσε τον επίσκοπο Κισσάμου Γεράσιμον Στρατηγάκη ως και το ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής Γωνιάς και τους είπε: « επειδή γύρου- γύρου εις το μοναστήρι σας γίνονται πολλά κονσούλτα και έχετε και τσί δύο καλογέρους Κελαϊδή και Περίδη τσί πρώτους οργανωτάδες να τσί αποκηρύξατε και να φύγουν από την επιτροπήν των να μην πάθη κακά μεγάλα και το μοναστήρι». Ο επίσκοπος και το Ηγουμενοσυμβούλιο απέφυγον ως ήτο επόμενον να συμμορφοθώσιν.
Παρομοιώδης έχει μείνει η στιχομύθια ενός από τους απεσταλμένους των τούρκων του Μπαντρή Αγά που μετέφεραν την αρνητική απάντηση του Σουλτάνου στο υπόμνημα των Χριστιανών της Κρήτης και την επίσης αρνητική απάντηση που έδωσε ο Παρθένιος εξ ονόματος της Κρήτης στην εντολή του Σουλτάνου να διαλυθούν. Ο Ιωάννης Αναστασάκης που άκουσε από τον ίδιο τον Περίδη την διήγηση αναφέρει στην Ιστορία του. «Ο Περίδης λοιπόν τότε, ενώ ανέπτυσσε εις τον Μπαντρήν τας ωφέλειας, ας θα είχον οι Τούρκοι εκ της ευνοϊκής λύσεως των ζητημάτων διότι είχον αρκετά κτήματα και περιουσίας μεγάλας, λαμβάνει την απάντησιν: (Παρθένιε, Παρθένιε, η Κρήτη έχει αίμα κουζουλό - είναι τρελλή- και πρέπει να σπάση το κεφάλι της να χυθή κάμποσο για να ησυχάση). Ο αγαθός πατριώτης, λίαν ευλόγως του απήντησεν (Εύχομαι να είναι το πρώτο που θα σπάση το κεφάλι σου». Πράγματι στις 25 Αυγούστου 1866 στην μάχη που έγινε στις Βρύσες Αποκορώνου επαληθεύτηκε η πρόβλεψη του Παρθένιου Περίδη. Στην πολύωρη και πεισματώδη μάχη ο πατέρας του μελλοντικού Επισκόπου Κισσάμου Δωρόθεου Κλωναράκη σκότωσε σε μια άψιμαχία τον Μπαντρή Αγά που επικεφαλής 1500 Τούρκων βάδιζε κατά των επαναστατών.
Ο Παρθένιος Περίδης με την έναρξη του Αγώνα κινείται δραστήρια και αδιάκοπα κατά τα 3 έτη του αγώνα. Σχηματίζει επιτροπές στα διάφορα διαμερίσματα της Κρήτης, ιδρύει επιμελητείες τροφοδοσίας, στρατόπεδα και διώρισε προσωρινή κυβέρνηση. Αγόγυστα υπόφερε όλες τις κακουχίες, τις στερήσεις, τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους. Ενεψύχωνε τους αγωνιστές και ενεθάρρυνε τον λαό με ομιλίες, παραινέσεις και με αλλεπάλληλες εγκυκλίους. Κρατούσε το αρχείο, συνέτασσε τις αναφορές και γενικά ήταν η ψυχή της Επαναστάσεως. Έδινε οδηγίες και κατευθύνσεις και παρακολουθούσε άγρυπνα την διεξαγωγή του πολέμου.
Λαμβάνει μέρος και σε πολλές μάχες. Στην μάχη που γίνεται στον Βαφέ Αποκορώνου στις 11 Οκτωβρίου 1866 λίγο έλλειψε να πιαστεί από τους Τούρκους γιατί παρέμεινε στις πρώτες γραμμές μέχρι την τελευταία στιγμή. «.....Παρ’ ολίγον να ηχμαλωτίζετο τότε και ο πρόεδρος της Επαναστατικής συνελεύσεως Παρθένιος Περίδης όστις ηγωνίζετο ως απλός ένοπλος, ζητών να σώσει Αξιωματικόν μη αντιληφθέντα την άφιξην των Τούρκων. Ο Παρθένιος εν τη στιγμή του κινδύνου, ιδών αφηνιάσαντα ημίομον τρέχοντα και φέροντα τας αποσκευάς και αλληλογραφίας του Ζυμβρακάκη προσεπάθησε να σώσει το πολύτιμον φορτίον αλλά δεν το κατόρθωσε περιπεσσόν τούτο εις χείρας των εχθρών, οίτινες στρέψαντες την προσοχήν των εις την σύλληψιν του ζώου αφήκαν να διασωθεί ο κύριος πυρήν της Επαναστάσεως.» Μετά την άτυχη για τους Έλληνες μάχη του Βάφε ο στρατηγός Ζυμβρακάκης πανικόβλητος φοβούμενος μήπως τα πυρομαχικά των Επαναστατών που βρισκόταν στην εκκλησία του χωριού Ασκύφου Σφακίων, πέσουν στα χέρια του Τούρκικου στρατού έδωσε εντολή να καταστραφούν. Ευτυχώς ο ψύχραιμος και νηφάλιος Παρθένιος Περίδης έπεισε τον επιφορτισμένο για την καταστροφή των πυρομαχικών αξιωματικό να μην εκτελέσει την διαταγή και να γλυτώσει το πολύτιμο για την περίσταση πολεμικό υλικό.
Η δε λαϊκή μούσα της εποχής μας λέει για την πολεμική δράση του Παρθενίου: «Ο ίδιος ο Παρθένιος ήτανε καπετάνιος όπου εβρόντα κι’ άστραφτε στα άρματά του επάνω». Και σε άλλο σημείο τραγουδεί: «Γέροντα πάρε το σταυρό και βάλε τα άρματά σου φώναξε και του Κόρακα, Κριάρη και Κορκίδη και του Σκαλίδη τ' αρχηγού...» Ο πόλεμος και οι κακουχίες δεν τρόμαζαν τον Παρθένιο. Ψύχραιμα αντίκρυζε πάντα και τις πιο αντίξοες περιστάσεις. Ο ίδιος λέει στα απομνημονεύματά του: «Με ένα καύκαλο ψωμί περνούσαμε και μια βδομάδα. Με τις ψαλίδες κόβαμε τα γένεια μας για να αλαφρώσουμε από τις ψείρες». Σαν αγρίμι δρασκελούσε τα βουνά και σε σπηλιές συχνά κοιμότανε. Εκείνος ο μορφωμένος και ευφυέστατος που μπορούσε να ζή μια άνετη και ήσυχη ζωή. Δύσκολα συναντούμε Περίδηδες με τόση αυταπάρνηση και αυτοθυσία.Το Δεκέμβριο του 1866 λόγω της κρισιμωτάτης και λίαν τραγικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο επαναστατικός αγώνας λόγω αλλεπάληλων επιτυχιών των Τούρκων συγκροτείται έκτακτα στο χωριό Κουστογέρακο Σελίνου Πολεμικό Συμβούλιο. «Τεθλιμένοι αλλά ψύχραιμοι, σιωπηλοί η ολιγόλογοι, αφού ανεσκόπησαν όλο το παρελθόν των Κρητικών θυσιών και τους ποταμούς των χυθέντων αιμάτων και ανεμνήσθησαν παρομοίων περιστατικών κατά τον εννεατή αγώνα του 1821, εν ενί στόματι και μία καρδία επέκροτησαν την πρότασιν του αγνού εκείνου ανδρός, και προέδρου της εθνικής Συνελεύσεως ύστερον Παρθένιου Περίδου και του συμπαραστάτου του, εκ του άλλου άκρου της Κρήτης Αρχηγού Κόρακα, ότι « ο αγών πρέπει να συνεχισθεί, ότι δεν πρέπει να πτοηθώμεν, αλλά αφού καθορίσωμεν ενός εκάστου των αρχηγών τον τόπον της δράσεως του, να φύγη ούτος όσον το δυνατόν γρηγορώτερον, να μεταβή εις την θέσιν, του ην του αναθέτει την ιεράν αυτήν στιγμήν η Πατρίς, και να δράση όπως γνωρίζη κάλλιον, δίδων νέαν ζωήν εις τον αγώνα». Κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1867 τα γεγονότα έχουν μεταβληθεί ευνοϊκά για τους Επαναστάτες Κρήτικούς. Στην Ίμβρο Σφακίων συνέρχεται η Επαναστατική επιτροπή για να εκλέξει Πρόεδρο. Για πρόεδρος προτιμήθηκε από όλους ο Ιερομόναχος της Μονής Γωνιάς Παρθένιος Περίδης επειδή εκτιμήθηκε η δράση του η σύνεσί του ο πατριωτισμός του και το παραινετικόν του χαρακτήρα του « πολλάκις διαλύσαντος διαπληκτισμούς λόγω μικροφιλοτιμιών μεταξύ των στρατιωτικών και πολιτικών παραγόντων της Επαναστάσεως. Ο Περίδης αφού ευχαρίστησε τα μέλη της Επιτροπής δια την απονεμηθείσα εις αυτόν μεγάλη τιμή από σεβασμό στον γέροντα ηρωικό αγωνιστή του σηκωμού του 1821 Αντώνη Μανουσογιαννάκη, που ήταν και πρόεδρος της Επαναστατικής συνελεύσεως του 1858, του πρότεινε να αναλάβει την προεδρία. Αλλά ο γέρο Μανουσογιάννης, αναγνωρίζοντας την αξία του Παρθενίου αρνήθηκε με επιμονή (δικαιολογηθείς ότι αδυνατεί λόγω της ηλικίας του) και έτσι έγινε ο θερμός και ενθουσιώδης Αρχιμανδρίτης πρώτος πρόεδρος της γενικής συνέλευσης.Στα δύσκολα δύο χρόνια που θα ακολουθήσουν 1867 και 1868 ο Παρθένιος άγρυπνος ακούραστος και αεικίνητος οργώνει στην κυριολεξία το νησί. Ψυχή της επαναστάσεως, οργανωτής, ανώτατος επόπτης. Επιδέξιος ρυθμιστής όλων των προβλημάτων που εδημιουργούντο κάθε στιγμή.Τον βρίσκουμε στις Μαδάρες, στον Κέδρο στον Ψηλορείτη. Μερικά από τα λημέρια του: Βατουδιάς, Στέρνα του Διακονιάρη, Κουρνάς, Αγόρι, Συκιά, Δρακώνα, Μεσκλά, Επανηχώρι, Αγία Ρουμέλη, Αράδενα, Ίμβρος, Καλλικράτης, Κάμποι Κυδωνίας, Ζούρβα, Κουστογέρακο, Φουρφουράς Αμαρίου, Κλήμα Αποκορώνου, Αργυρούπολις Ρεθύμνου, Ασή Γωνιά, Σελιά Αγίου Βασιλείου, Άγιος Ιωάννης Μυλοποτάμου, Γωνιαίς Μαλεβυζίου, Γαράζο Μυλοποτάμου, Βρύσαις Αμαρίου, Σαμαριά, Εμπρόσνερο, Σούγια. Αλληλογραφεί με τις Επιτροπές ανεφοδιασμού Αθηνών και Σύρου, συντάσσει τις εκατοντάδες εγκυκλίους της Επαναστατικής επιτροπής. Μια προσεκτική μελέτη των επιστολών καθώς και των λοιπών εγγράφων που συνέταξε μας συνοψίζουν την δράση του μεγάλου ανδρός και διαφωτίζουν αρκετά ιστορικά σημεία της επανάστασης. Μέσα από τις επιστολές φαίνεται το θάρρος της γνώμης του, και την ορθή εκτίμηση των γεγονότων της εποχής. Βλέπουμε σε αυτές τον αγνό πατριώτη, τον μορφωμένο, τον ευγενικό άνθρωπο και τον πολιτικό, τον στρατιωτικό, τον μαχητή και τον αληθινό λαϊκό αγωνιστή. Ο Ιστορικός Ιωάννης Μουρέλος χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψεώς του ψύχραιμο χαρισματικό και πατριωτικό.
Όμως στο τέλος του 1868 η επανάσταση μετά από τριετή άνισο αγώνα με τον υπέρτερο και καλύτερα εξοπλισμένο Τουρκικό στρατό ψυχοραγεί. Πολλοί φεύγουν προς την ελεύθερη Ελλάδα προκειμένουν να αποφύγουν τους Εξευτελισμούς και τα βασανιστήρια του αιχμαλώτου. Μπορούσε και ο Παρθένιος εύκολα να ξεφύγει. Δεν το κάνει όμως. Θέλει να ακολουθήσει την τύχη αυτών που υποχρεωτικά θα παραδοθούν λόγω του ότι οι οικογένειες των είναι όμηροι στα χέρια των τούρκων. Στα αυτιά του ηχούν τα λόγια του Χριστού: « Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησι υπέρ των προβάτων» Παραδίνεται μαζί με 250 περίπου συναγωνιστές του στους Τούρκους. «Όλοι οι ανωτέρω, περί τους 250, (μαζί και ο Παρθένιος) οδηγήθησαν δι’ Αλικιανού εις Χανιά ρακένδυτοι, σχεδόν ανυπόδυτοι, και πεινασμένοι, εν μέσω μυκτηρισμών, γιουχαϊσμών, φωνών και αποδοκιμασιών του Τούρκικου και Ισραηλιτικού όχλου. Εν Χανίοις περιήχθησαν ανά τους δρόμους Κάτωλα και Σπλάντζια προς εξευτελισμόν των και παροχήν διασκεδαστικού θεάματος και ευχαριστήσεως εις τον Τουρκικόν όχλον και κατόπιν τους μεν απλούς στρατιώτας απέλυσεν η τουρκική εξουσία αμέσως, τους δε αρχηγούς εκράτησεν εις τας φυλακάς επί περισσότερας ημέρας απολύσασα και αυτούς ύστερον...».
Ο Παρθένιος Περίδης μετά την καταστολή της Επαναστάσεως του 1866 και την έξοδό του από τις φυλακές των Χανίων δεν έφυγε από την Κρήτη, αλλά πήγε και εγκαταστάθηκε στην Μονή της Μετανοίας του την Μονή Γωνιάς. Οι Τούρκοι συνέχεια τον επιτηρούσαν και πολύ συχνά τον υποχρέωναν να μην απομακρύνεται από το μοναστήρι. Είχαν εγκαταστήσει φρουρά που τον φύλαγε και τον παρακολουθούσε σε κάθε του βήμα. Ήξεραν πως ήταν αδύνατον να διακόψει τις αντιτουρκικές του ενέργειες. Μα ο Παρθένιος εύρισκε τον τρόπο να επικοινωνεί με τους φίλους του μέσα από τα μάτια των τούρκων και παρ’ όλη την επιτήρηση και τον περιορισμό που του είχαν.
Εχρησιμοποιούσε τον έμπιστό του καλόγερο της μονής Συμεών. Από το παράθυρο του κελλιού του προς το πίσω μέρος της Μονής κατέβαζε με σπάγγο τις επιστολές του, τις οποίες έπαιρνε την νύχτα ο Συμεών και κρυφά τις πήγαινε στον προορισμό τους. Ο ίδιος του έφερνε πληροφορίες και τον κατατόπιζε σε όλα τα ζητήματα.
Η ιδέα να διωχθεί ο Τούρκος από την Κρήτη με κάθε θυσία του είχε γίνει βίωμα και μοναδικός σκοπός της ζωής του. Δεν παρέλειπε ευκαιρία χωρίς να εκδηλώσει τα όνειρα και τους πόθους του. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ζήτησε την άδεια να παρακολουθήσει την κηδεία του φίλου του και συμπολεμιστή του Τζιγκριτζή του επιλεγόμενου Γραμπουσιανού. Ο Παρθένιος βρήκε την ευκαιρία και στον επικήδειο λόγο να καταφερθεί με πύρινο λόγο κατά του τυράννου και να διακηρύξη πώς έχουν όλοι οι Κρήτες απόφαση να απαλλαγούν το συντομώτερο από αυτόν. Οι Τούρκοι που τον παρακολουθούν βρίσκουν την ομιλία ως αφορμή να απαλλαγούν οριστικά από ένα μεγάλο εφιάλτη και πολύ επικίνδυνο εχθρό.
Οι Τούρκοι αμέσως μετά την εκφώνηση του επικηδείου λόγου κατά τον θάνατο του Τζιγκριτζή, συλλαμβάνουν τον Παρθένιο και τον ρίχνουν στις φυλακές. Παίρνουν και από την Γωνιά, όπου το φύλαγε, ολόκληρο το πολύτιμο ιστορικό αρχείο του και το κατακαίουν στα Χανιά, στην πλατεία του Συντριβανιού.
Και αρχίζει νέα περιπέτεια του Περίδη, λίγους μήνες μετά την κάθοδό του από τα βουνά, προτού ακόμα τελειώσει το έτος 1869. Οι Τούρκοι αποφασίζουν να τον κρατήσουν οριστικά στις φυλακές μέχρι του θανάτου του. Από τα Χανιά τον στέλνουν αλυσσοδεμένο στην Κωνσταντινούπολη, και από εκεί στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας και στην συνέχεια στην Τραπεζούντα του Πόντου. Στην Τραπεζούντα επρόκειτο να κρατηθεί στις φυλακές ισόβια. Ο Παρθένιος όμως δεν απελπίζεται. Μένει φυλακισμένος τρία ολόκληρα χρόνια. Οι κακουχίες της φυλακής δεν τον λυγίζουν. Η σκέψη του ήταν πως θα μπορέσει να δραπετεύσει. Στην Τραπεζούντα κατοικούσαν πολλοί φιλοπάτριδες Έλληνες. Τον Παρθένιο επισκεπτόταν πολλοί και του έδιναν κουράγιο και βοήθεια.
Καταστρώνει το σχεδιό του και το θέτει σε ενέργεια. Συνεννοείται με Έλληνα γιατρό και προφασίζεται τον άρρωστο. Σε λίγες μέρες «πεθαίνει». Η Ελληνική παροικία συγκεντρώνεται έξω από τις φυλακές για να συνοδέψει τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία. Φέρνουν και φέρετρο που είχε από κάτω ανοίγματα για να αναπνέει ο πεθαμένος.... Σκεπάζουν και το φέρετρο με τον « Αέρα» για να πιστοποιήται πως ο προκείμενος νεκρός ήταν ο φυλακισμένος χριστιανός παπάς. Σκηνοθετούν σωστή κηδεία. Τον μεταφέρουν στο Ελληνικό κοιμητήριο, αλλά την νύχτα τον παίρνουν και τον αποκρύπτουν. Ύστερα από λίγο καιρό πέτυχαν να τον φυγαδέψουν εις την Αθήνα. Βρήκαν ευκαιρία να τον παραδώσουν σε μια ομάδα Ιταλών που έφευγε από την Τραπεζούντα και να τον δηλώσουν ότι είναι μέλος της συντροφίας των. Έτσι γλύτωσε από τα νύχια των Τούρκων και ξαναβρέθηκε στην Ελεύθερη Ελλάδα για να συνεχίσει το έργο του.
Και η λαϊκή μούσα αποθανάτισε την περιπέτεια αυτή του Παρθενίου με τους στίχους:
«Ακούστε τσ’ εξυπνάδες του και τσοί παληκαριές του»
«άλλος κιανείς δεν ήξερε τσί τέχνες τσοί δικές του»
«Έκαμε πως αρρώστησε και τον γιατρό γυρεύει»
«κι’ εκείνος ήταν φίλος του και γιατρικά του φέρνει.
«Έκαμε πως απόθανε στο μνήμα τόνε βάλαν
«και τα μεσάνυχτα φύγει και ήρθε στην Ελλάδα».
Μετά την επάνοδο του Περίδη στην Αθήνα το έτος 1871 μετά την τριετή φυλάκισή του και εξορία συνεχίζει την δραστηριότητά του με αμείωτη ένταση. Βέβαια για επιστροφή στην Κρήτη δεν μπορεί να γίνει λόγος γιατί είναι καταζητούμενος από τους Τούρκους.
Προεδρεύει του φιλοεκπαιδευτικού Συλλόγου των Κρητών της Αθήνας « Η Ανναγένησις» και βοηθάει έμμεσα την εκπαίδευση του υπόδουλου νησιού με αποστολές βιβλίων και άλλου εκπαιδευτικού υλικού. Συμμετέχει σε επιτροπές που φροντίζουν και παρασκευάζουν νέες εξεγέρσεις της Κρήτης. εκπαιδευτικού υλικού. Συμμετέχει σε επιτροπές που φροντίζουν και παρασκευάζουν νέες εξεγέρσεις της Κρήτης. Συστήνει μαζί με άλλους Κρητικούς το έτος 1876 σωματείο με την ονομασία «Εθνικόν Κέντρον» που σαν σκοπό έχει (την ενέργεια και προπαρασκευήν των απαιτουμένων εφοδίων προς νέαν επανάστασιν της Κρήτης προς συνέχισιν της διακοπείσης, ως έλεγον εκείνης του 1866). (Ενισχύει σπουδαστές από την Κρήτη και φροντίζει για τα ορφανά και τους πρόσφυγες που είχαν φύγει από την Κρήτη κατά την διάρκεια του μεγάλου ξεσηκωμού του 1866-1869 και διέμεναν στην Αθήνα. Διενεργεί εράνους και εκθέτει τα δίκαια αιτήματα του Κρητικού λαού στην Ελληνική κυβέρνηση και στις μεγάλες δυνάμεις. Διαμαρτύρεται για τις καταπιέσεις των Τούρκων και παροτρύνει τους Κρητικούς να ριφθούν σε νέους αγώνες μέχρις ότου μπορέσουν να ελευθερώσουν την Πατρίδα τους από τον Τούρκικο ζυγό).
Και φθάνουμε στην επανάσταση του έτους 1878. «Ο Παρθένιος Περίδης καίτοι γέρων, ήτο πάλιν αεικίνητος εις Αθήνας συνεργαζόμενος μετά του Νικ. Δεικτάκη, Στ. Ψαρουδάκη, Διομήδη Φανδρίδη, Ρενιέρη, Καρτσώνη, Σκαλίδου, Νικολούδη και άλλων, εις την προετοιμασίαν και διοργάνωσιν ενόπλων αποστολών μετ’ εφοδίων, και ασφαλή διακίνησιν προς τα διάφορα παράλια της Κρήτης, και ιδιαιτέρως της επαρχίας Κισσάμου, υπέρ ης τοσούτον δια τον εξοπλισμόν της εφρόντιζεν.» (Για μικρό χρονικό διάστημα κατά την επανάσταση του 1878 κατεβαίνει στην Κρήτη και ενισχύει ηθικά την νέα εξέγερση του Κρητικού λαού). Τα χρόνια περνούν και στα επαναστατικά γεγονότα των ετών 1896-1898 που οδήγησαν πρώτα στην ανεξαρτησία του νησιού (1898-1913) και κατόπιν στην πολυπόθητη ένωση της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα δεν θα μπορούσε να λείψει ο Παρθένιος παρόλο που η ηλικία του είναι πλέον 86 ετών. Βέβαια δεν μπορεί να τρέχει για τις ανάγκες του αγώνα αλλά μέσα από την πλούσια αλληλογραφία που διατηρεί με τα μέλη της Γενικής επαναστατικής συνελεύσεως των Κρητών με την πολύτιμη πείρα που έχει αποκτήσει αναλύει την πολιτική κατάσταση που υπάρχει στην οθωμανική αυτοκρατορία τις προθέσεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκείνης για το Κρητικό ζήτημα, τους τρόπους που πρέπει να ξεσηκωθεί η Ελληνική αλλά και η διεθνής κοινή γνώμη για την ευνοϊκή λύση του Κρητικού ζητήματος, την τακτική που πρέπει να κρατούν οι επαναστάτες στο στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, χωρίς όμως να λείπουν και οι ενθαρυντικές νουθεσίες καθώς και οι πατρικές συμβουλές.
Τον Σεπτέμβριο του 1896 το προεδρείο της Γενικής επαναστατικής συνελεύσεως των Κρητών του απεύθυνε ψήφισμα με το οποίο «....λαβούσα υπ’ όψιν τα φιλοπάτριδα αισθήματα και τους κόπους ους κατεβάλετε, προς δε την ωφέλιμον αλληλογραφίαν ην ετηρήσατε προς τα μέλη της Κεντρικής επιτροπής της Μεταπολιτεύσεως Κρήτης καθ’ όλον τον λήξαντα αγώνα (1896).........απεφήνατο ίνα εκφρασθή υμίν ιδιαιτέρως επί τούτοις η ευγνωμοσύνη του Κρητικού λαού.......Σας συγχαίρομεν δια τα υπέρ της πατρίδος αείποτε επιδεικνυόμενα γενναία υμών αισθήματα...κ.τ.λ.). Το Ελληνικό κράτος αναγνωρίζοντας τους αγώνες του τον παρασημοφορεί και του χορηγεί μηνιαίο βοήθημα ενενήντα δραχμών για την ενίσχυσή του λόγω της μεγάλης του ηλικίας. Είναι αξιοσημείωτη η ακτημοσύνη του Παρθένιου ο οποίος όπως ο ίδιος έλεγε στους φίλους του στο τέλος της επίγειας ζωής του « Αν κρατούσα μονάχα ψυχία από όσα πέρασαν από τα χέρια μου θάχα να τρώγω με χρυσά κουτάλια, μα ποτέ δεν καταδέχθηκα να κρατήσω ούτε ένα λεπτό». Επιβεβαίωση αυτών των λόγων του ήταν ότι μετά από τον θάνατό του που έγινε η απογραφή της περιουσίας του τα περιουσιακά στοιχεία που του βρέθηκαν ήταν όλα όλα, τα ρούχα του, το μπαστούνι του, ένα τάληρο και μερικά ψιλά. Επίσης παράσημο του απένειμε και το Πατριαρχείο της Αλεξανδρείας.
1) Βλ. σχετ. Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 96
2 ) Βλ. σχετ. Λυκούργου Βιδαλάκη Γυμνασιάρχου (Παρθένιος Περίδης ο Κρής) ΑΘΗΝΑΙ 1970
3) Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας σελ 98 και εξής.
4) Ιωάννου Μουρέλου (Η Ιστορία της Κρήτης τόμος 2ος σελ 1028) Ηράκλειο 1950
5) Μιχαήλ Αναστασάκη ( Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 104
6) Βλ. σχετ. (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ.105 και 107. Επίσης για το περιστατικό αυτό βλ. σχετ. Ιωάννου Μουρέλου (Η Ιστορία της Κρήτης τόμος 2ος σελ 1048 και 1069) Ηράκλειο 1950
7) Βλ. σχετ. (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 115
8) Βλ. σχετ. (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 117
9) Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος ο Κρής σελ 26) Αθήνα 1970
10) Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος ο Κρής σελ . 26-27) Αθήνα 1970
11) Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 130
12) Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επι Τουρκοκρατίας) σελ 135
13) Ιωάννου Μουρέλου (Ιστορία της Κρήτης σελ 1233) ηράκλειο 1950 επίσης Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 135
14) Ιωάννου Μουρέλου (Ιστορία της Κρήτης σελ 1224) Ηράκλειο 1950
15) Ιωάννης κεφ 10 στιχ 11
16) Ιωάννη Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 217
17) Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος Περίδης ο Κρής) Αθήνα 1970
18) Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 226
19) Βλ. σχετ. Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος Περίδης ο Κρής) Αθήναι 1970
20) Βλ. σχετ. Μιχαήλ Αναστασάκη (Ιστορία της Κισσάμου επί Τουρκοκρατίας) σελ 232
21) Θεοχάρη Δετοράκη (Ιστορία της Κρήτης σελ. 382) Ηράκλειο Κρήτης 1990
22) Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος ο Κρής σελ 112 και εξής) Αθήναι 1970
23) Λυκούργου Βιδαλάκη (Παρθένιος ο Κρής) σελ 114-116